*Performance – Επίδοση

Ο όρος performance έχει κυρίως δύο έννοιες: η πρώτη αφορά στην ολοκλήρωση μιας δουλειάς ή ενός καθήκοντος, και η δεύτερη στην πραγματοποίηση μιας δράσης. Και οι δύο περιπτώσεις στα ελληνικά μεταφράζονται συνήθως ως απόδοση. Θα μπορούσε όμως να χρησιμοποιήσει κανείς και τη λέξη επίδοση, εισάγοντας την έννοια του αποτελέσματος ορισμένης ενασχόλησης, το οποίο συνήθως γίνεται αντικείμενο αξιολόγησης.[1]

Σύμφωνα με τους Michael Hensel και Achim Menges, «ο παραπάνω ορισμός φαίνεται να επικαλείται την κοινότυπη διαμάχη γύρω από τη συσχέτιση μορφής και λειτουργίας. Έτσι για να προχωρήσουν πιο πέρα επανεξετάζουν τη μορφή όχι μόνο ως το σχήμα ενός υλικού αντικειμένου, αλλά ως την πολλαπλότητα των ενεργειών, του περιβάλλοντος των συνθηκών, των διαμορφώσεων και των μικροκλιμάτων, που αναδύονται από την συναλλαγή του αντικειμένου με το συγκεκριμένο περιβάλλον του, ως μια δυναμική σχέση, δηλαδή, που είναι μαζί και αντιληπτή και αλληλεπιδραστική με (και από) το υποκείμενο. Η επίδοση απορρέει από τη σύνθεση αυτής της δυναμικής. Αλλάζει έτσι τη σχέση της μορφής και της λειτουργίας από σχέση δυϊσμού σε συνέργεια που φιλοδοξεί να έχει ολοκληρωμένες σχεδιαστικές λύσεις και να αποτελέσει ένα εναλλακτικό μοντέλο της αειφόρας ανάπτυξης»[2].

Το 2003 διοργανώθηκε ένα συμπόσιο στο πανεπιστήμιο Penn της Πενσυλβάνιας με θέμα «Perfomative Architecture», το οποίο και οδήγησε στην έκδοση του αντίστοιχου βιβλίου με επιμελητές τους Branco Kolarevic και Ali M. Malkwi.[3] Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώθηκαν οι απόψεις διαφορετικών ατόμων (αρχιτέκτονες, μηχανικοί, θεωρητικοί, τεχνολόγοι) γύρω από τον ορισμό και την μεταβολή της έννοιας της επίδοσης, όπου «διαπιστώνεται η αυξανόμενη έμφαση στην κτιριακή επίδοση, από το πολιτιστικό και κοινωνικό περιβάλλον, μέχρι την δομική φυσική, η οποία και επηρεάζει τον κτιριακό σχεδιασμό, τις διαδικασίες και τις πρακτικές του, καθιστώντας ασαφή τα όρια ανάμεσα στη γεωμετρία και στην ανάλυση, μεταξύ εμφάνισης και επίδοσης»[4].

Ο David Leatherbarrow, αρχιτέκτονας και καθηγητής στην αρχιτεκτονική σχολή του Penn University, στο κείμενό του “Architecture’s Unscripted Performance”[5], επιχειρεί «μια στροφή προσανατολισμού της αρχιτεκτονικής θεωρίας και πρακτικής, από το τι είναι ένα κτίριο στο τι κάνει, ορίζοντας το πρώτο μέσω του δεύτερου. Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους οι σχεδιαστές και οι κριτικοί τείνουν να δουν ένα κτίριο: 1) σαν αντικείμενα που προκύπτουν από τις σχεδιαστικές και κατασκευαστικές τεχνικές, και 2) σαν αντικείμενα που αναπαριστούν ποικίλες πρακτικές και ιδέες. Αν και αυτές οι περιγραφές φαίνεται να εξηγούν πλήρως την καταγωγή και τον προορισμό του κτιρίου, τεχνολογικά και αισθητικά στυλ σκέψης μειώνουν την αρχιτεκτονική στις αντιλήψεις που έχουμε για αυτήν. Όμως έρχονται στην επιφάνεια και άλλα ουσιώδη στοιχεία των κτιρίων μόλις κανείς υποθέσει πως η πραγματικότητα ενός κτιρίου συνίσταται κυρίως στις δράσεις του, στις επιδόσεις του.

[…] Για να δει κανείς πώς το κτίριο λειτουργεί, θα πρέπει να αναστείλει προσωρινά τεχνολογικές και αισθητικές επεξηγήσεις. Αυτό σημαίνει να υποβιβάσει, έστω για λίγο, τις ερωτήσεις γύρω από την εμπειρία, το νόημα και την παραγωγή που συνήθως απασχολούν την προσοχή μας. Η αυτονομία του κτιρίου που θεωρείται δεδομένη είναι εξαρτώμενη από αυτή τη μεθοδολογική αρχή. Το ρίσκο σε μια τέτοια πρόταση είναι ο τέλειος ορθολογισμός της αρχιτεκτονικής, που θεωρεί πως οι επιδόσεις ή τα συμβάντα εξαρτώνται εν μέρει από συνθήκες μη ορθολογικές. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να κατανοηθούν, απλά πρέπει να κατανοηθούν διαφορετικά.»[6]

Και για να γίνει αυτό, συνεχίζει, «πρέπει πρώτα να απορρίψουμε μια συγκεκριμένη εικασία που θέλει την ανάπτυξη των νέων εργαλείων και μεθόδων που προβλέπουν την δομική και περιβαλλοντική συμπεριφορά του κτιρίου να αλλάζει ριζικά την πρακτική και τη θεωρία της αρχιτεκτονικής. Πιθανώς η προσοχή γύρω από την επίδοση να μας οδηγήσει σε μια νέα κατανόηση για το πώς φανταζόμαστε, κατασκευάζουμε και βιώνουμε τα κτίρια. Αλλά αυτή η νέα κατανόηση δεν θα απορρέει μόνο από την επέκταση και την ανάπτυξη των νέων τεχνικών. Η αφοσίωση σε μια τεχνική ερμηνεία της επίδοσης θα μας οδηγήσει ξανά πάλι πίσω στην χωρίς κριτική επαναδιατύπωση της παλιομοδίτικης φονξιοναλιστικής σκέψης. Σε ένα είδος σκέψης, δηλαδή, που είναι ακατάλληλο γιατί αναγνωρίζει μόνο ό,τι μπορεί να προβλέψει.»[7] Αυτή άλλωστε, θα συμπληρώναμε, είναι και η διαφορά μεταξύ ευελιξίας του μοντέρνου και μεταβλητότητας της σημερινής εποχής.

Η κύρια ερώτηση του David Leatherbarrow είναι απλή: «με ποιους τρόπους το κτίριο δρα; Με άλλα λόγια, τι κάνει πραγματικά το κτίριο;»[8] Ερώτημα ιδιαίτερα κρίσιμο σήμερα.

[Αθηνά Σταυρίδου]


[1] Λεξικό της Κοινής Ελληνικής, http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/index.html, (τελευταία επίσκεψη 11-2009)

[2] Από την εισαγωγή του τεύχους AD (Architectural Design), Versatility and Vicissitude: Performance in Morpho-Ecological Design, ed. Michael Hensel, Achim Menges, Wiley, 2008

[3] Branko Kolarevic ,Ali Malkawi, Performative Architecture: Beyond Instrumentality, Routledge, 2005

[4] Ό.π. σελ. 3

[5] Ό.π. σελ. 7

[6] Ό.π.

[7] Ό.π.

[8] Ό.π. σελ.8

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s