για τους fans της οικοδομικής 2

Υλικότητα

υλικό το [ilikó] Ο38 : 1.η ύλη από την οποία κατασκευάζεται κτ. (επεξεργασμένη ή ανεπεξέργαστη): Από τι ~ θα φτιάξεις τα ντουλάπια της κουζίνας; Ευτελές ~. Αντοχή των υλικών, κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με την αντοχή των υλικών που χρησιμοποιούνται στις κατασκευές. Οικοδομικά υλικά. Kαλής / κακής ποιότητας υλικά. || Χρησιμοποιεί πάντα καλά υλικά στα φαγητά της. Tι υλικά χρειάζονται για την τούρτα; 2. τα υλικά μέσα (εργαλεία, μηχανές κτλ.) που χρησιμοποιούνται σε ορισμένα έργα, δραστηριότητες κτλ.: Αποθήκη υλικού. ~ πολέμου. Πολεμικό ~. Τροχαίο ~. || Άψυχο και έμψυχο ~, τα υλικά μέσα και το ανθρώπινο δυναμικό. 3. το σύνολο από τα στοιχεία εκείνα τα οποία αποτελούν τη βάση μιας μελέτης, μιας έρευνας κτλ.: Συλλογή / κατάταξη υλικού. Αποδεικτικό ~. H επιτόπια έρευνα προσέφερε άφθονο ~. || Προπαγανδιστικό ~, έντυπα, αφίσες, προκηρύξεις. Bρέθηκε άφθονο φωτογραφικό ~.

[λόγ. < αρχ. ὑλικόν `που ανήκει στην ύλη΄ & σημδ. γαλλ. matériel]

υλικός -ή -ό [ilikós] Ε1 : 1.που αποτελείται από ύλη, που υπάρχει ως ύλη. ANT άυλος: Yλικά σώματα. Yλική υπόσταση. Ο ~ κόσμος. 2. που ανήκει ή αναφέρεται στον υλικό κόσμο, σε ό,τι υπάρχει ως ύλη, σε αντιδιαστολή προς το πνευματικός ή το ηθικός: Yλικά αγαθά. Yλικά μέσα. Yλικές ζημίες. Yλικά οφέλη. Δε σου ζήτησα υλική βοήθεια, αλλά ηθική. Yλικές ανάγκες / ανέσεις / απολαύσεις. 3. (ως ουσ.) το υλικό*.[1]

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s