Εν είδη ορισμών [Αθηνά Σταυρίδου]

 

Υλικό

[VG _Vincente Guallart]: Το νέο δομικό υλικό της αρχιτεκτονικής είναι η πληροφορία. Η δική μας εποχή δεν έχει ακόμα εφεύρει ένα υλικό που να ανατρέπει τις βαθιά ριζωμένες αρχές της κατασκευής, όπως είχε κάνει η μοντέρνα αρχιτεκτονική με το οπλισμένο σκυρόδεμα, τον σίδηρο και το γυαλί. Η διαδικασία ανά- πληροφόρησης του φυσικού κόσμου σημαίνει ανάπτυξη ευφυϊών, ενεργών υλικών, που αναγνωρίζουν τα περιβαλλοντικά και λειτουργικά φαινόμενα που συμβαίνουν γύρω τους και αντιδρούν μαζί τους.[1]

[FS_ Federico Soriano] Για να χτίσουμε χρησιμοποιούμε σκυρόδεμα, σανίδες ξύλου, κομμάτια γυαλιού, χαρτόνι, διακοσμητική πέτρα, βιντεοθόνες, γράμματα, αφίσες, τούβλα, ρούχα, σκίαστρα, σωλήνες φθορισμού, εσωτερικές επενδύσεις, ακουστικά πανέλα, γυαλισμένα φύλλα σιδήρου, πολυεστέρα, τομές ή σχέδια άλλων έργων, φυσικό φωτισμό, νερό, ήχο, σκέψεις…. [2]

Materiature [Υλικότητα?]

[WM_Willy Muller] Εάν στην οικονομία της τεχνολογίας γνωρίζαμε όλο και περισσότερα για τα μη-φυσικά υλικά, στην οικονομία της επιστήμης  γνωρίζουμε όλο και περισσότερα για τα υλικά. Γνωρίζοντας πολλά για τα φυτά μάθαμε να φτιάχνουμε υλικά σαν τα πλαστικά.

Από όλα όσα έχουμε μάθει φτιάχνοντας υλικά όπως τα πλαστικά, μπορούμε τώρα να φτιάξουμε υλικά σαν φυτά: Γενετικά Υλικά ικανά να περιέχουν πληροφορία και ευφυΐα.

Η Materiature είναι ένα συγκεκριμένο όριο που διασχίζουμε, γνωρίζοντας περισσότερα και χειριζόμενοι περισσότερη πληροφορία γύρω από τη φύση, δημιουργούμε ένα νέο υλικό τοπίο. Η Materiature είναι ένα διαφορετικό επίπεδο της σχέσης φυσικού και τεχνητού.[3]

Ύλη

[FS_ Federico Soriano] Η ύλη στην αρχιτεκτονική είναι επεξεργασμένη έννοια/ ουσία. Το σκυρόδεμα, τα φύλλα σιδήρου, κ.τ.λ. δεν είναι μόνο αφηρημένες επιλογές, αλλά φυσικά αντικείμενα (physicalists[4])  που πρέπει να εγκατασταθούν μέσω μιας διαδικασίας. Περιέχουν πολύ περισσότερα από χρώματα, υφή και οσμή που διακοσμούν έναν αφηρημένο και απεριόριστο χώρο. Δεν χρησιμοποιούμε το ξύλο, αντιθέτως φύλλα ξύλου, σανίδες και στοιχεία. Δεν χρησιμοποιούμε γυαλί, εκτός εάν παράγεται σε συγκεκριμένες διαστάσεις και μεγέθη. Το υλικό έχει ακριβή μορφή και διαδικασία παραγωγής. Είναι προπαρασκευασμένο υλικό, εργοστασιακό ή βιομηχανοποιημένο. Αυτή η διαφορά είναι σημαντική στο βαθμό που χαρακτηρίζει τις δύο παρακάτω ιδέες:

Η πρώτη λέει πως η μορφή και οι μέθοδοι παραγωγής ή επεξεργασίας διαφοροποιούν την ίδια ουσία σε διαφορετικά αρχιτεκτονικά υλικά. Είναι πιθανόν πως δύο υποστάσεις του ίδιου υλικού να είναι περισσότερο διαφορετικές από ότι δύο υποστάσεις διαφορετικών υλικών. Ένα υλικό έχει επίσης μια μπροστινή όψη και μια πίσω όψη. Η θέση και ο προσανατολισμός του τροποποιούν τη δομή του. Σε μεγαλύτερη έκταση, μπορούμε να παρέμβουμε σε αυτές τις μορφές για να εφεύρουμε ή να ξαναχρησιμοποιήσουμε.

Η δεύτερη ιδέα λέει πως αυτές οι μορφές και τα μεγέθη μπορούν να ορίσουν έναν χώρο, έναν τρόπο οικοδόμησης, μια κατασκευή, μετρήσεις ή αναλογίες, όσο και  το στυλ, τις καθολικές μετρήσεις, το κατασκευαστικό σύστημα, ή τον πραγματικό επιστημονικό κλάδο. Το υλικό το ίδιο περιέχει εντός του μια συνεπαγόμενη αρχιτεκτονική ιδέα. [5]

Υλικό/ Υλικότητα

«Οι λέξεις ύλη και υλικότητα φέρουν αμφίρροπες σημασίες. Από τη μία πλευρά, το υλικό ορίζεται ως «τα πράγματα που είναι υλικά», που δίνει έμφαση στην φυσική όψη των πραγμάτων. Από την άλλη πλευρά, σημαίνει «(σε διάφορες μη-φυσικές εφαρμογές), κάτι που μπορεί να παράγεται ή να επεξεργάζεται, ή αυτό από το οποίο όλα μπορούν να αποτελούνται.» Ο δεύτερος ορισμός μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός μέσα από τη σχέση του με τον πρώτο ορισμό ότι, και πάλι, μπορεί να διακριθεί σε δύο βασικές έννοιες: 1) κάτι υλικό είναι αυτό που «αφορά σε μία ύλη σε αντιδιαστολή με τη μορφή».  2) αυτό που «σχετίζεται με την ύλη ή το σώμα. Σχηματίζεται ή αποτελείται από ύλη. «Σωματικό»,  Έτσι, αν και το υλικό ορίζει τη φυσική ύλη, προσλαμβάνει, επίσης, η δυναμική του από την ένωσή του με τη μη-φυσική ύλη.» http://csmt.uchicago.edu/glossary2004/material.htm / μετ. Α.Σ.


[1] Vincente Guallart, The metapolis dictionary of advanced architecture, p. 419

[2] Ό.π

[3] Ό.π.

[4] physicalism a doctrine, related to logical positivism, that all meaningful statements, with the exception of necessary statements of logic and mathematics, must relate either directly or indirectly to observable properties of the temporal. — physicalist, n., adj

[5]Federico Soriano, The metapolis dictionary of advanced architecture p. 422

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s